Πέρασαν 20 χρόνια απο τότε που ήμουν μαθητής στην τελευταία τάξη του γυμνασίου,εκείνο το καλοκαίρι έμελε να ζήσω μια ξεχωριστή εμπειρία.
Ο θείος μου ο Γιώργης είχε μόλις βγεί στη σύνταξη και με το εφάπαξ που πήρε αποφάσισε να ξεκινήσει μια ιχθυοκαλλιέργεια. Ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με τη θάλασσα, το καλύτερο ψάρι έλεγε είναι το μπλουγούρι, παρόλα αυτά κάποιοι φίλοι του απο την Αθήνα τον είχαν πείσει πως θα ήταν αποδοτική και ασφαλής επένδυση.
Αμέσως τα πρώτα 4 κλουβιά στήθηκαν και γέμισαν με γόνο από τσιπούρα και λαυράκι. Οι υπάλληλοι ήταν δυο πιτσιρικάδες απο την Αλβανία και εγώ με τα ψαδέλφια μου που αποφασίσαμε να περάσουμε το καλοκαίρι κοντά στο θείο για να βγάλουμε το χαρτζιλίκι μας. Στο μυαλό μας δεν υπάρχαν οι συνθετικές τροφές, ο υπερτροφισμός,η μόλυνση του περιβάλοντος και γενικά όλα αυτά που σκέφτεται κανείς στο άκουσμα της ιχθυοκαλλιέργειας.
Τον πρώτο μήνα όλα κυλούσαν ομαλά, ο κόλπος ήταν για μας η γαλάζια λίμνη, μπάνιο, καφεδάκι, τα πρώτα μας τσιγάρα....στα κλεφτά και όταν ο θείος το επέτρεπε (βράδια συνήθως) ρίχναμε και καμιά πετονιά!
Η δουλειά μας ήταν να ταίζουμε τα ψάρια ανα 8ωρο, αν θυμάμαι καλά και να ελέγχουμε τα κλουβιά όταν είχε κύμα και μετά απο κακοκαιρία.
Τον ίδιο μήνα παρέλασαν απο εκεί ιχθυολόγοι,δύτες,παπάδες,...ξεματιάστρες, έτσι έκανα και τις πρώτες δημόσιες σχέσεις μου!
Σύντομα άρχισαν τα προβλήματα με τους κατοίκους του διπλανού χωριού
να επαναστατούν και να θέλουν να μας διώξουν απο την περιοχή,είχαν ενημερωθεί απο εφημερίδες, οικολογικές οργανώσεις και απο τους ντόπιους ψαράδες που τελεταία δεν πήγαιναν καλά οι ψαριές τους και είχαν
αποφασίσει πως το συμφέρον όλων ήταν να φύγουν τα κλουβιά απο τον κόλπο.Ξεκίνησαν ομηρικοί καυγάδες,έφταναν καθημερινά ντόπιοι με αγροτικά και καίκια απηλώντας να πάρουν το νόμο στα χέρια τους.
Στην αρχή φοβήθηκα, μετά όμως το πήρα πατριωτικά, ήταν η δουλειά του θείου και εγώ κέρδιζα το χαρτζιλίκι μου.
Το μόνο άγχος μου ήταν να μην έρθει ο πατέρας....δεν ήθελα να πάθει κάτι κακό.
Τελικά ο ίδιος ο θείος βρήκε τη λύση, προσέλαβε τον Νικόλα,ένα ντόπιο μεσήλικα,θεριό ανήμερο....έπαιρνε την πέτρα και την έστηβε!
Στην αρχή μας εντυπωσίασε, είχε για όλα μία λύση, δεν δίσταζε πουθενά.
Σύντομα όμως καταλάβαμε πως ο Νικόλας ήταν άνθρωπος χωρίς ηθικούς φραγμούς,ήταν απλά ένας ναταβαντζής....νταβαντζής στο μυαλό και την ψυχή.
Θυμάμαι πως προσπαθουσαμε με φωνές, σκιάχτρα και ότι άλλο σκευτόμασταν να διώξουμε τους γλάρους απο τα κλουβιά.
Ο Νικόλας έπιασε ένα γλάρο ζωντανό,έφτιαξε ένα σταυρό και τον κάρφωσε ψηλά απο τα φτερά,έκτοτε δεν πλησίασε άλλος.
Μία ημέρα είχαν μπλέχτεί στα δίχτυα κλαριά με έβαλε λοιπόν με το μαγιό μέσα στο κλουβί να καθαρίσω, τα ψάρια όρμηξαν πάνω μου και άρχισαν να
με τσιμπούν,φοβήθηκα,έβαλα τις φωνές,δεν μπορούσα να βγώ!
Ο Νικόλας γελούσε ειρωνικά και......απολάμβανε τη θέα!
Είχα δώσει τον λόγο μου να μείνω μέχρι τα μέσα Αυγούστου μα δεν τα κατάφερα έφυγα τρέχοντας και δεν επεστρεψα ποτέ.
Απο τότε ακόμα και τώρα όταν αντικρίζω απο μακριά ιχθυοκαλλιέργεια με πιάνει μια στεναχώρια,ένας θυμός.
Ακόμα νιώθω στο δέρμα μου τα ψάρια να με τσιμπούν!
Ακόμα ακούω τον γλάρο σταυρωμένο να βγάζει κραυγές!